Η ιστορία της Λίσι

14 STEPHEN KING Τους άφησε πριν της ώρας του, όπως λένε. Η Λίσι ακόμα δυσκο- λευόταν να πιστέψει πως είχαν περάσει δύο χρόνια από τον χαμό του. Της φαίνονταν περισσότερα, μα ταυτόχρονα ένιωθε σαν να μην είχε περάσει ούτε μια στιγμή. Όταν η Λίσι βρήκε τελικά το κουράγιο ν’ αρχίσει το ξεκαθάρι- σμα του γραφείου του, μιας σουίτας με όμορφα φωτισμένα δωμά- τια που κάποτε ήταν πατάρι αχυρώνα, η Αμάντα εμφανίστηκε την τρίτη μέρα, αφού η Λίσι είχε τελειώσει πια τον κατάλογο όλων των ξένων εκδόσεων (υπήρχαν εκατοντάδες), αλλά είχε μόλις αρχίσει να καταγράφει τα έπιπλα, σημειώνοντας με αστερίσκους αυτά που πίστευε ότι έπρεπε να κρατήσει. Περίμενε να τη ρωτήσει η Αμάντα γιατί δεν έκανε πιο γρήγορα , για τ’ όνομα του Θεού, όμως η Αμάντα δεν έκανε καμία ερώτηση. Καθώς η Λίσι, έχοντας τελειώσει με τα έπιπλα, κοιτούσε αδιάφορα την αλληλογραφία που ήταν στοιβαγ- μένη σε κουτιά μέσα στη μεγάλη ντουλάπα, μια δουλειά που θα της έτρωγε όλη τη μέρα, η προσοχή της Αμάντα εξακολουθούσε να εί- ναι στραμμένη στους επιβλητικούς σωρούς από διάφορα σουβενίρ που καταλάμβαναν όλο το μήκος του νότιου τοίχου του γραφείου. Πήγαινε πέρα δώθε ανάμεσα στους φιδογυριστούς σωρούς χωρίς να μιλάει, ή μιλώντας ελάχιστα, μα κάθε τρεις και λίγο σημείωνε κάτι σ’ ένα μπλοκάκι που είχε πρόχειρο. Αυτό που δεν είπε η Λίσι ήταν Τι ψάχνεις; ή Τι γράφεις; Όπως της είχε τονίσει πολλές φορές ο Σκοτ, η Λίσι διέθετε κάτι που σίγουρα ήταν από τα πιο σπάνια χαρίσματα: ήταν άνθρω- πος που κοιτούσε τη δική του δουλειά, χωρίς να τον πολυνοιάζει αν εσύ δεν κοιτούσες τη δική σου. Αρκεί, βέβαια, να μην κατα- σκεύαζες βόμβες –που λέει ο λόγος– εις βάρος κάποιου άλλου· και στην περίπτωση της Αμάντα, οι βόμβες ήταν σίγουρα μια πι- θανότητα. Ήταν μια από τις γυναίκες που πάντα χώνουν τη μύ- τη τους παντού, από εκείνες που αργά ή γρήγορα θα ανοίξουν το στόμα τους. Ο σύζυγός της είχε φύγει προς τα νότια, από το Ράμφορντ, όπου ζούσαν («σαν δυο λύκοι κλεισμένοι στο ίδιο κλουβί», είχε

RkJQdWJsaXNoZXIy NTg2Njg=