13
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
σικό. Τον γιατρό Ευγένιο. Την εποχή εκείνη που με ανάγκασε
να εγκαταλείψω τη χώρα μου. Και τώρα ερχόταν η Θάλεια να
μου πει
Θέλω να σε δω, Άρτεμη.
Μετά από τόσα χρόνια. Να με
δει. Και το είπε μ’ έναν τρόπο… λες και η επιθυμία έχει τη δύ-
ναμη να σβήνει και να ξαναγράφει τη μνήμη σαν παλίμψηστο.
Σηκώθηκα αργά κι έκλεισα την πόρτα. Κόλλησα το μέτω-
πο στο τζάμι και άφησα τα μάτια μου να αιωρηθούν έως το
παλιό σχολείο μου. Ξεχασμένες χελιδονοφωλιές, η εγκατάλει-
ψη του χρόνου στη στροφή του δρόμου. Λίγο πιο πάνω το πα-
τρικό μου σπίτι. Το ανοίγει κάθε καλοκαίρι για δύο μήνες η με-
γάλη μου αδερφή, η Κλαίρη. Γύρω του νεόχτιστες βίλες με πι-
σίνες, αντισεισμική ζώνη 3, Άγγλοι, Γάλλοι, Ελβετοί, ηλιοψημέ-
να κορμιά και με αντηλιακό, κάτω από τον καυτό ήλιο του
νησιού.
«Pietà Signore… di me dolente…» επανέλαβα ψιθυριστά,
ώσπου ένιωσα εκείνον τον πόνο μέσα μου βαθιά ριζωμένο όπως
και η νοσταλγία που με κουβαλούσε εδώ κι εκεί όλα τα χρόνια.
Σιωπή. Φως. Μπλε φως πάνω από τον κόλπο της Μούντας.
Το νερό αμετακίνητο. Τον Αλβανό κηπουρό μας, έξω στον κή-
πο, δεν τον άκουγα πια να συζητάει με τον Ρόμπερτ, στα ελλη-
νικά, για μια αρρώστια που είχε προσβάλει τις ντοματιές.
Άκουγα μόνο το πάλεμα των αναμνήσεων μες στο κεφάλι μου.
Την αντάρα των συναισθημάτων στο στήθος.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Ρόμπερτ μ’ ένα μπολ γεμάτο
πρώιμα σύκα, τα βούσκα, που ωριμάζουν πρώτα κατά τη
διάρκεια του ανθού, σε τούτο το νησί, σαν ανυπόμονα κορι-
τσόπουλα στην αχόρταγη και ανυπότακτη εφηβεία τους.