Αβερτοσιά - page 6

12
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
Απ’ έξω ακούγονταν τώρα πια οι βουτιές των Άγγλων στο
νερό. Το άφησα να χτυπήσει τέσσερις, πέντε, δέκα φορές. Το
αγνόησα, οπότε αυτό κάποια στιγμή σταμάτησε. Κι εγώ επα-
νήλθα στις αναμνήσεις μου, ξάπλωσα στους καλαμιώνες ν’ α-
κούσω του Πάνα τη φλογέρα, να ονειρευτώ τη μικρή Άρτεμη,
ανεβασμένη στην ελιά της δυτικής αυλής να γράφει στα κρυφά,
να γράφει ποιήματα, τότε που ήταν ακόμη άγνωστο το ντριν
του τηλεφώνου, μέχρι που άρχισε πάλι εκείνος ο ήχος του α-
σύρματου να μου ανοίγει τρύπες στο κεφάλι. Αυτή τη φορά το
σήκωσα για να ησυχάσει. Για να ησυχάσουμε και οι δύο.
«Παρακαλώ…» είπα κάπως νωχελικά.
«Άρτεμη, είμαι κι εγώ εδώ και θα ήθελα να σε δω...» Τα λό-
για αντήχησαν σταράτα, μετρημένα.
«Ποιος είναι;» ρώτησα για να κερδίσω χρόνο. Ίσως και για
να βεβαιωθώ πως άκουσα σωστά.
«Μετά την κηδεία μπορώ να σε δω; Μένω στο σπίτι μου,
το πατρικό. Είναι καιρός πλέον, νομίζω, Άρτεμη...» είπε η βαθιά
φωνή, που μακάρι να μην την είχα αναγνωρίσει.
Αμέσως έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου, όπως τότε με
τον σεισμό, και με κομμένα τα γόνατα αφέθηκα να πέσω βαριά
στην πολυθρόνα.
Η Θάλεια! Η Θάλεια με τις γαλάζιες φλέβες κάτω από τη
διαφάνεια της λευκής της επιδερμίδας. Η Θάλεια απ’ το παρελ-
θόν, απ’ το παρελθόν μας. «Θάλεια!» φώναξα στον αέρα του
δωματίου. Το όνομα ακούστηκε σαν αρρώστια, θεραπευμένη
μεν, που όμως ξαναφούντωσε μέσα μου με μόνο έναν σκοπό,
να καταστρέψει την ηρεμία της τακτοποιημένης ζωής μου. Να
πάρει η ευχή, Θάλεια. Καλά, κι εγώ τι νόμισα; Ότι θα έχωνα το
κεφάλι στην άμμο και θα γινόμουν αόρατη; Πως το νησί θα γι-
νόταν κρησφύγετό μου; Άρχισα λίγο λίγο να συνέρχομαι. Ανα-
λογίστηκα την ελληνική μου ζωή, που με είχε γαλουχήσει. Σκέ-
φτηκα και την άλλη, που με είχε διαμορφώσει έτσι όπως ήμουν
σήμερα. Θυμήθηκα τον δάσκαλο. Το τότε Αργοστόλι. Τον μου-
1,2,3,4,5 7,8,9,10,11,12,13,14,15,16,...22
Powered by FlippingBook