10
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
στα τόσα εγκώμια, αλλά και για τη δραματικότητα που περι-
κλείουν η έκφραση και το σκηνικό. Περιόρισα λοιπόν, γι’ αυτόν
τον λόγο, τη δική μου συμμετοχή σε μια άρια που είχα επιμε-
λώς επιλέξει, επειδή ακριβώς ήμουν σίγουρη πως θα άρεσε πο-
λύ στον καθηγητή.
Ο κύριος Δουκάτος ήταν ο τελευταίος της παρέας του. Ο
monsieur Leponte είχε αποδημήσει εις Κύριον πολύ πιο πριν· ο
πατέρας μου, η κυρία, ο γιατρός Ευγένιος. Όλοι τους παρελθόν
–ιστορία ή και μύθος. Μόνο ο δάσκαλος παρέμενε εν ζωή. Με
μια γεύση πικρής θύμησης άφησα να εισβάλουν στο μυαλό μου
άτακτες σκέψεις, αλλόκοτες, που δεν ανταποκρίνονταν πλέον
στην ηλικία μου ή στην προσωπικότητά μου:
Τώρα που όλοι
τους είναι
νεκροί, θα μου ανήκε το νησί εξολοκλήρου
,
ναι, θα
ήμουν εντελώς ελεύθερη
και κανένας πια
,
μα κανένας, δεν θα με
ενοχλούσε με ξεθυμασμένες
θύμησες, για να με υποχρεώσει να
απολογηθώ
.
Να απολογηθώ εγώ;
Για ποιο
πράγμα άλλωστε;
Οι
σκέψεις όμως δεν έδειχναν πρόθυμες να με εγκαταλείψουν τό-
σο σύντομα, όσο κι αν ήθελα.
Έβγαλα από τη βαλίτσα το μαύρο φόρεμα και το κρέμασα
να ξεζαρώσει. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Μπροστά μου στε-
κόταν μια γυναίκα που μου χαμογελούσε ικανοποιημένη, τα
στήθη ακόμα σφριγηλά, περιττά κιλά στην κοιλιά και στους
γοφούς, δικαιολογημένα ίσως, μαλλιά πυκνά, βαμμένα βυσσινί.
Μια γυναίκα ώριμη. Μια γυναίκα που γνώριζε από κοπέλα τι
ζητούσε, τουλάχιστον αυτό ήθελε να πιστεύει. Στην πραγματι-
κότητα όμως, δεν με ξεγελούσε το έντονο βλέμμα της μες στον
καθρέφτη, επρόκειτο για μια ασυνήθιστη ύπαρξη που αναζη-
τούσε, ήδη από τα εφηβικά της χρόνια, τον εαυτό της, την α-
λήθεια της ζωής, αν υπήρχε αλήθεια. Της χαμογέλασα και θαρ-
ρώ πως μου το ανταπέδωσε χωρίς να στρέψει αλλού το βλέμ-
μα, φοβούμενη αναδύσεις παρελθόντων δεινών, που όμως δεν
είχαν παρέλθει εντελώς. Έδειχνε να έχει βγει μέσα από μια
χρονομηχανή κι έψαχνε τώρα το κλειδί του παιδικού της δω-