16
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
«Άρτεμη!» φώναξε η κυρία ενώ είχε σουρουπώσει. «Μαζέ-
ψου επιτέλους στην αυλή. Το φανάρι στη Ζάκυνθο άναψε, αύ-
ριο πρέπει να σηκωθείτε πρωί, ο καθηγητής έρχεται με παρέα.
Φέρνει μαζί του έναν βιβλιοθηκάριο. Ακούς, Άρτεμη; Βιβλιοθη-
κάριος στη Σορμπόν ο Γάλλος. Έτσι την είπε ο πατέρας σου:
Σορμπόν!» τόνισε αυτή, κι εγώ κατάλαβα αμέσως ότι επρόκει-
το για κάτι μεγάλο, τη στιγμή που η μάνα μου πρόφερε τη λέξη
με κομμένη μεν την κατάληξη αλλά σωστά.
Ανέβηκα τις σκάλες, γυρίζοντας τις πλάτες στη μαυρίλα
του νερού και του άναψε σβήσε του φαναριού στη Ζάκυνθο. Κι
εκεί απούσα η ΔΕΗ. «Τα νησιά μας φωτίζονται από μόνα τους»,
αυτή ήταν η μετεκλογική πολιτική των Σούληδων και των Δεν-
δρινών, μιας και τα νησιά ήταν μήλον της Έριδος για τον πατέ-
ρα και τη μάνα μου εκείνα τα χρόνια.
Σκοτάδι· το ξημέρωμα δεν έλεγε να φανεί. Ανοιγόκλεισα τα
βλέφαρα. Τις τελευταίες τρεις νύχτες δεν είχα κλείσει μάτι.
Ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο καθηγητής και η παρέα του, που
με αναστάτωναν τόσο; Γύρισα πλευρό κι άρχισα να μετράω
τους χτύπους του ρολογιού. Να ήταν λοιπόν πρωί, να ήταν α-
πόγευμα, να ήταν η ώρα της υποδοχής. Το σπίτι ακόμα σιωπη-
λό. Στις έξι χάραζε μέσα από τα πράσινα παραθυρόφυλλα, σε
λίγο θ’ άρχιζαν οι γνωστοί θόρυβοί του. Το μπρίκι του πατέρα
πάνω στη σόμπα με τον καφέ να χύνεται, η φωνή της κυρίας,
Σηκωθείτε να ποτίσουμε τα χαρτόφιορα
,
να σκουπίσουμε τις
αυλές
,
να στρώσουμε τα
άσπρα σεντόνια, τα κεντίδια
. Ποιος, ε-
πιτέλους, ήταν αυτός ο παλιός φίλος του πατέρα μου, ο γνω-
στός Γιαννάκης, καθηγητής της Λαογραφίας και ακαδημαϊκός,
και ποιος ο Γάλλος;
Την απάντηση θα την έπαιρνα στις πέντε το απόγευμα,
όταν στη στροφή του δρόμου κάτω από το σπίτι μας σταμά-
τησε, μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης, το παλιό Φορντ. Κρυμμένη
πίσω από μια κολόνα της μπροστινής αυλής, με το κόκκινο
φουστάνι να το φουσκώνει ο πουνέντες σαν αλεξίπτωτο, κα-