9
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
ο έξω κόσμος μέσα στο δωμάτιό της, πόσο εύκολα γεφυρώνει το
χάσμα, γρήγορος και ρευστός σαν τη βροχή. Δεν θα έπρεπε να
είναι δύσκολο να κάνει κι εκείνη το ίδιο, ένα βήμα τη φορά, το
ένα πόδι μπροστά από το άλλο, αυτό ήταν το μόνο που χρειαζό-
ταν, αυτό έλεγαν οι γιατροί. Το ίδιο σαν να έμπαινε κάποιος πα-
ράνομα σ’ αυτά τα δωμάτια, σ’ αυτές τις πτέρυγες που είναι
κλειδωμένες, βουτηγμένες στη σκόνη, δεκαετίες ολόκληρες: που
τώρα δεν αντέχει ούτε να τις σκέφτεται.
«
Τόσο όμορφο σπίτι
», ψιθύριζαν, στο χωριό, στην πόλη,
ίσως και στην άλλη πλευρά του ωκεανού. «
Τι τραγικό που η
κυρία είναι έτσι όπως είναι… Και πάλι, υποθέτω ότι μπορεί κα-
νείς να το καταλάβει, έπειτα από… ξέρετε…
»
«Η κοπέλα θα πρέπει να είναι εδώ το μεσημέρι», λέει η Α-
νταλίνα, ρίχνοντας με θόρυβο τα χάπια σ’ ένα πλαστικό ποτήρι
ενώ ταυτόχρονα σερβίρει το τσάι. «Τηλεφώνησα στο αερο-
δρόμιο και δεν υπάρχουν καθυστερήσεις. Θα μπορέσετε να τη
υποδεχτείτε; Είμαι σίγουρη ότι θα ήθελε να σας συναντήσει.»
Η γυναίκα αποστρέφει το βλέμμα. Κοιτάζει τα ωχρά της
χέ ρια, ακουμπισμέ να στο σεντόνι σαν να ανήκουν σε πτώμα,
το ματωμέ νο μαντίλι που είναι κρυμμέ νο εκεί: έ να τρομερό
κλειδί για ένα τρομερό μυστικό. Οι καρποί της είναι εύθραυ-
στοι, τα νύχια της κοντά, και σκέφτεται πόσο γερασμένα φαί-
νονται τα χέρια της.
Πότε γέρασα;
Κουνάει το κεφάλι αρνητικά. «Θα μείνω στο κρεβάτι», λέει.
Ακριβώς όπως και όλες τις άλλες μέρες. Αυτό το σπίτι έχει πάρα
πολλές γωνίες, πάρα πολλά μυστικά, διαστρεβλωμένα από τις
σκιές και τη σιωπή. «Και δεν θα ήθελα να με ενοχλήσουν. Είμαι
σίγουρη ότι μπορείς να τη βοηθήσεις εσύ να τακτοποιηθεί.»
«Πολύ καλά, σινιόρα.»
Καταπίνει τα χάπια· η Ανταλίνα βγαίνει από το δωμάτιο,
το πρόσωπό της είναι μια μάσκα διακριτικότητας. Η καμαριέ-
ρα δεν χρειάζεται να εκφράσει μεγαλόφωνα τα συναισθήματά