7
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ιταλία, καλοκαίρι 2016
Ή
ταν πάντα το ίδιο όνειρο και κάθε φορά το έβλεπε να έρχε-
ται. Ήξερε πού άρχιζε. Ένα εκτυφλωτικό φως που αναδυόταν
από το σκοτάδι και γινόταν όλο και πιο έντονο. Μια σκέψη δι-
αυγής, μια εικόνα πιο αληθινή από κάθε άλλη που θα μπορούσε
να κατανοήσει όταν ήταν ξύπνια. Φοβόταν να κοιτάξει, περισ-
σότερο όμως φοβόταν να αντισταθεί, και προχωρούσε προς το
φως με την αγκαλιά ανοιχτή, αδύναμη, ξέροντας ότι ήταν ψευ-
δαίσθηση, αλλά ξαφνικά ένιωσε ευτυχισμένη, ξεχνώντας τα πά-
ντα, με τα χείλη της στο μέτωπό του, στο απαλό δέρμα του, ει-
σπνέοντας τη μυρωδιά του· τώρα μπορούσε να τα αισθανθεί
όλα αυτά, παρότι είχαν περάσει τόσο πολλά χρόνια και η ίδια
στεκόταν στην άλλη πλευρά της συνείδησης. Τα μαλλιά του, η
ζεστασιά του κορμιού του ήταν φυλαγμένα βαθιά μέσα της, α-
κόμα άθικτα, παρά τις τρικυμίες που είχε περάσει.
Ήξερε πού τελείωνε. Εκείνος δεν θα έπρεπε να είχε μιλή-
σει· δεν θα έπρεπε να είχε ρωτήσει.
Μη μ’ αφήνεις. Έλα μαζί μου. Περιμένω.
Θα σε πιάσω. Θα είμαστε και πάλι μαζί.
Το νερό, ακίνητο και δροσερό και ασημένιο και σιωπηλό.
Σαν να την προσκαλεί.
Έλα μαζί μου…
Περιμένω
.
* * *