15
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
τρόπο που το τρεμάμενο χέρι μου κάνει αμέσως βουτιά στην
τσέπη μου ενώ η ελπίδα καταποντίζεται μόλις συνειδητοποιώ
ότι δεν είναι αυτός. Είναι η Μπιλ, η συγκάτοικός μου. Μπελίντα
τη λένε, αλλά ποτέ δεν της άρεσε αυτό το όνομα.
Πότε φτάνεις σπίτι; Έχω κρασί
☺
xxxx
Έχω φτάσει σχεδόν, κι έτσι δεν αξίζει τον κόπο να απα-
ντήσω. Το βήμα μου γίνεται πιο αργό. Όπως πάντα, όταν ανοί-
γω τα μηνύματά μου, ανακαλύπτω ότι τα μάτια μου στρέφο-
νται στα δικά του μηνύματα, στις ολονύχτιες στιχομυθίες μας,
όλο φλερτ και έξαψη, στο πώς χόρευε η καρδιά μου κάθε φορά
που φωτιζόταν η οθόνη στις δύο το πρωί. Θα έπρεπε να τα δια-
γράψω, αλλά δεν μπορώ. Μου φαίνεται ότι, αν το κάνω, θα εί-
ναι σαν να σβήνω οποιαδήποτε απόδειξη ότι αυτό συνέβη. Ότι
πριν από το κακό υπήρχε καλό. Υπήρχε, πριν. Ήταν καλό. Γι’
αυτό που συνέβη υπήρχε κάποιος λόγος…
Μην είσαι ηλίθια. Δεν υπάρχει λόγος. Τίποτα δεν δικαιολογεί
αυτό που έκανες.
Και φυσικά δεν θα ερχόταν σ’ επαφή μαζί μου. Ποτέ δεν θα
το έκανε. Είχαν τελειώσει όλα.
Στρίβω στον δρόμο μας. Ξεκλειδώνοντας την κεντρική εί-
σοδο, βλέπω ότι η Μπιλ ακόμα δεν έμαθε πώς να ξεχωρίζει την
αλληλογραφία, κι έτσι μαζεύω τους σκόρπιους φακέλους από
το πάτωμα και τους χωρίζω ανά διαμέρισμα, πριν πάρω επάνω
τους δικούς μας. Έχω προσέξει ότι η Μπιλ ακόμα δεν έχει μάθει
τους βασικούς κανόνες της συγκατοίκησης, όπως το να βάζει
καινούριο χαρτί τουαλέτας ή να βγάζει έξω τον κάδο της ανα-
κύκλωσης κάπου κάπου. Ωστόσο δεν με νοιάζει. Είναι η καλύ-
τερή μου φίλη από τότε που μάθαμε να περπατάμε· στάθηκε
στο πλευρό μου όσο κράτησε αυτή η υπόθεση και παραμένει
δίπλα μου τώρα, η μόνη που ξέρει τη σκληρή αλήθεια, και ακό-
μα και τότε δεν με εγκατέλειψε, όταν μπορούσε να το κάνει.