26
31
32
33
Ο Γκρακόν ξαναμίλησε.
«Λέει ότι θα προσευχηθεί για σένα.»
6
Μία εβδομάδα αργότερα ξύπνησε καταϊδρωμένος από έναν ε-
φιάλτη και φώναξε το όνομα του αγοριού.
«Θα γυρίσω πίσω», είπε.
Το αγόρι χλώμιασε κάτω από το μαύρισμά του.
«Μπορείς να ’ρθεις μαζί μου;» ρώτησε ο άντρας.
«Με αγαπάς;»
«Ναι. Αχ, Θεέ, ναι.»
Το αγόρι έβαλε τα κλάματα κι ο ψηλός άντρας το αγκάλιασε.
7
Ωστόσο γι’ αυτόν δεν υπήρχε ύπνος. Πρόσωπα ενέδρευαν στις
σκιές, στροβιλίζονταν καταπάνω του σαν πρόσωπα κρυμμένα
πρωτύτερα μες στο χιόνι, κι όταν ο άνεμος έκανε ένα κλαδί από
πάνω να χτυπήσει στη σκεπή, αυτός αναπηδούσε.
Τζερούσαλεμς Λοτ.
Έκλεισε τα μάτια, έβαλε πάνω τους τα μπράτσα του, κι όλα
άρχισαν να του έρχονται ξανά στο μυαλό. Μπορούσε σχεδόν να
δει το γυάλινο πρες παπιέ, αυτό όπου μια τοσηδά χιονοθύελλα
σηκώνεται όταν το κουνάς.
Σάλεμς Λοτ…