ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΕΣΩΣΑΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
21
ταφέρω, θα βοηθήσω πολλούς άλλους ανθρώπους. Όλη αυτή η
ιστορία της μεσαίας τάξης είναι άθλια. Εγώ θα φτιάξω τη δική
μου τάξη!»
Αμέσως μόλις ξεστόμισα αυτά τα λόγια, ήξερα ότι είχα ακου-
στεί σαν ένας κακομαθημένος, αχάριστος, αυθάδης, ατίθασος, α-
λαζόνας, αλήτης έφηβος. Το ύφος στο πρόσωπο της μητέρας μου
έμοιαζε με το ύφος κάθε γονιού όταν το παιδί ξεπερνάει τα όρια.
Ήταν εξαγριωμένη, απογοητευμένη και αγανακτισμένη. Και τότε
αισθάνθηκα τρομερά αδύναμος, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσα
να κάνω τίποτα για το οτιδήποτε εκείνη την εποχή.
Τα ξεσπάσματα θυμού από μέρους μου γίνονταν ολοένα και
πιο συχνά. Και όσο πιο πολύ ξεσπούσα, τόσο περισσότερο κα-
ταλάβαινα ότι είχα δίκιο και άδικο μαζί. Ήξερα ότι έπρεπε να
αισθάνομαι ευγνώμων –υπήρχαν τόσο πολλοί άνθρωποι που
είχαν λιγότερα από εμάς. Αλλά ήξερα επίσης ότι υπήρχε αλήθεια
σ’ αυτά που σκεφτόμουν. Γιατί έπρεπε τα χρήματα να αρκούν
απλώς και μόνο για να τα φέρνουν οι άνθρωποι βόλτα –και πάλι
να ανησυχούν συνεχώς γι’ αυτά; Όταν θα ηρεμούσαν λίγο τα
πράγματα, θα προσπαθούσα να εξηγήσω στη μητέρα μου ότι
δεν ήταν αλήθεια πως δεν εκτιμούσα όλα όσα έκανε για εμάς ή
ότι δεν ήμουν ευγνώμων για όλα όσα είχαμε. Στην πραγματικό-
τητα, επί χρόνια θα εξακολουθούσα να έχω αυτή τη διαφωνία,
με εξάρσεις και υφέσεις, για το δίκιο και το άδικο αναφορικά με
την ένδεια και τα χρήματα τόσο με τον εαυτό μου όσο και με
τους άλλους.
Κάθε φορά που ξεσπούσα, η μητέρα μου (κι αργότερα οι κο-
πέλες μου και οι φίλοι) έλεγε πάντα το ίδιο πράγμα: «Μα είμαστε
σε πολύ καλύτερη θέση από άλλους ανθρώπους.» Ποτέ δεν κατά-
λαβα αυτή την απάντηση. Πρώτα απ’ όλα, τι δουλειά έχουν οι άλ-
λοι άνθρωποι με τη ζωή μου; Δεύτερον, όποτε συνέκρινα τον εαυ-
τό μου με άλλους ανθρώπους που είχαν περισσότερα –με ανθρώ-