20
ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟΣ Ή ΜΕΤΡΙΟΣ
καβουριών και το κυνήγι μόλις έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού
μας. Ήμουν συντετριμμένος.
Στο νέο σπίτι μας επικρατούσε θλίψη –ο πατέρας έλειπε σε
όλους. Πέρα απ’ αυτό, όμως, η μητέρα μου φοβόταν κι εγώ το δι-
αισθανόμουν. Υπήρχε ένας διαρκής φόβος ολόγυρά της. Ενώ άλλα
αγόρια της ηλικίας μου ήταν με τους πατεράδες τους κάνοντας
σπορ, πηγαίνοντας για κυνήγι και για ψάρεμα, εγώ ήμουν στο
σπίτι παρακολουθώντας τη μητέρα μου να κόβει κουπόνια, πάντα
ανήσυχη για το κόστος των βασικών αγαθών κτλ. Η μητέρα μου
έβγαζε από τη μύγα ξίγκι. Οτιδήποτε κάναμε διαπνεόταν από τη
νοοτροπία της ένδειας που είχε αναπτύξει.
Ταυτόχρονα, μου υπενθύμιζε διαρκώς πόσο εξαιρετικά τυχε-
ροί ήμαστε και πόσο ευγνώμονες έπρεπε να αισθανόμαστε για
όλα όσα είχαμε. Έλεγε: «O πατέρας σας μας εξασφάλισε μια θέση
στη μεσαία τάξη –έχουμε πιο πολλά απ’ ό,τι οι περισσότεροι άν-
θρωποι.» Άκουγα συνέχεια το ίδιο πράγμα: «Ποτέ μη θεωρείς τί-
ποτα δεδομένο.»
Προσπαθούσα να είμαι ευγνώμων και να εκτιμώ όλα όσα εί-
χαμε, αλλά και πάλι κάτι δεν μου κολλούσε. Όλη αυτή η κατάστα-
ση με αποσυντόνιζε. Ήμουν δέκα χρόνων, ο πατέρας μου είχε πε-
θάνει, το σπίτι των ονείρων ήταν παρελθόν, η μητέρα μου ήταν
φοβισμένη κι εγώ έπρεπε να αισθάνομαι ευγνώμων; Ε, δεν ήμουν
ευγνώμων –ήμουν έξαλλος!
Δεν το ήξερα τότε, αλλά αυτή ήταν η χρονική στιγμή που φυ-
τεύτηκε ο σπόρος αυτού που αργότερα θα με καθοδηγούσε στη
ζωή. Όσο κι αν αγαπούσα, θαύμαζα και εκτιμούσα τη μητέρα μου
για ό,τι έκανε ώστε να εξασφαλίσει τα ρούχα μας, το φαγητό μας
και μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας, δεν ήθελα να ζήσω τη ζωή
μου σε μια διαρκή ανησυχία. Όταν έγινα δεκαέξι χρόνων, της έ-
δωσα έναν όρκο: «Όταν μεγαλώσω, θα γίνω πλούσιος ώστε να μη
χρειαστεί να ανησυχώ αν έχω αρκετά χρήματα. Και όταν τα κα-