Page 9 - 61020-tomografia

Basic HTML Version

Εγκεφαλικές ενδοπαρεγχυµατικές και εξωπαρεγχυµατικές βλάβες
3
I Ενδοκρανιακές βλάβες
κές παθολογικές καταστάσεις, όπως νεοπλασµατικές ή φλεγµονώ-
δεις νόσους.
Οι ενδοπαρεγχυµατικές βλάβες εντοπίζονται στο εγκεφαλικό
παρέγχυµα ή στο εγκεφαλικό στέλεχος. Η διαφορική διάγνωση των
εξωπαρεγχυµατικών και ενδοπαρεγχυµατικών χωροκατακτητικών
αλλοιώσεων παρουσιάζεται στους
Πίνακες 1.2, 1.3, 1.4,
και
1.5
. Οι
ενδοπαρεγχυµατικές χωροκατακτητικές βλάβες καταχωρίζονται
σύµφωνα µε την εντόπιση σε υπερσκηνίδιες ή υποσκηνίδιες. Οι
υποσκηνίδιες νεοπλασίες είναι πιο συχνές σε παιδιά και εφήβους
παρά σε ενήλικες. Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, οι ενδο-
παρεγχυµατικοί όγκοι όπως αστροκυττώµατα, µυελοβλαστώµατα,
επενδυµώµατα, και γλοιώµατα του εγκεφαλικού στελέχους είναι οι
πιο κοινές νεοπλασίες. Στους ενήλικες οι µεταστατικές αλλοιώσεις
και τα αιµαγγειοβλαστώµατα είναι οι πιο κοινοί ενδοπαρεγχυµατι-
κοί υποσκηνιδιακοί όγκοι, και τα ακουστικά νευρινώµατα και τα
µηνιγγιώµατα είναι οι συνηθέστερες εξωπαρεγχυµατικές υποσκηνί-
διες νεοπλασίες. Οι υποσκηνίδιες αλλοιώσεις παρουσιάζονται
στους
Πίνακες 1.4
και
1.5
.
Η ΑΤ µε πολλαπλούς ανιχνευτές είναι µια εξαιρετική απεικονι-
στική µέθοδος για την αξιολόγηση βάσης κρανίου, οφθαλµικών
κόγχων, ρινοφάρυγγα, στοµατοφάρυγγα, και εδάφους στόµατος,
λόγω της δυνατότητας απεικόνισης σε πολλαπλά επίπεδα και της
υψηλής ανάλυσης. Η ΑΤ είναι µια χρήσιµη µέθοδος για την απεικό-
νιση της θέσης και της έκτασης των οστικών βλαβών στη βάση του
κρανίου, όπως µεταστατικοί όγκοι, µυελώµατα, χορδώµατα και
χονδροσαρκώµατα.
Η ΑΤ µπορεί να χρησιµοποιηθεί για την αξιολόγηση συγγενών
και αναπτυξιακών ανωµαλιών του εγκεφάλου, όπως ηµιάλοβος
ολοπροσεγκεφαλία, διαφραγµατοοπτική δυσπλασία, σχιζεγκεφα-
λία, ετεροτοπία φαιάς ουσίας, φλοιώδη δυσπλασία, η ετερόπλευρη
µεγαλεγκεφαλία και δυσπλασία Dandy-Walker.
Οι νόσοι της λευκής ουσίας ταξινοµούνται σε δύο µεγάλες οµά-
δες, τις δυσµυελινωτικές και τις αποµυελινωτικές. Οι δυσµυελινωτι-
κές νόσοι, επίσης γνωστές ως λευκοδυστροφίες, αποτελούν µια
οµάδα διαταραχών που προκύπτουν λόγω ελλείψεων ενζύµων µε
αποτέλεσµα τον ανώµαλο σχηµατισµό και µεταβολισµό της µυελί-
νης. Οι αποµυελινωτικές νόσοι είναι µια οµάδα διαταραχών στις
οποίες η µυελίνη διασπάται ή καταστρέφεται, αφού σχηµατιστεί µε
φυσιολογικό τρόπο.
Οι αλλοιώσεις που αφορούν τις πλάγιες, την τρίτη και την τέ-
ταρτη κοιλία, καθώς και τον εγκεφαλικό υδραγωγό, διακρίνονται
καλά στην ΑΤ λόγω της διαφοράς πυκνότητας µεταξύ του εγκεφαλι-
κού παρεγχύµατος και του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ). Η πα-
ραγωγή ΕΝΥ γίνεται στα χοριοειδή πλέγµατα, εντός των πλαγίων
κοιλιών. Το ΕΝΥ κυκλοφορεί από τις πλάγιες κοιλίες µέσω των
τρηµάτων του Monro στην τρίτη κοιλία. Η τρίτη κοιλία επικοινωνεί
µε την τέταρτη κοιλία µέσω του εγκεφαλικού υδραγωγού. Το ΕΝΥ
από την τέταρτη κοιλία εισέρχεται στον υπαραχνοειδή χώρο µέσω
των τρηµάτων των Luschka και Magendie. Χωροκατακτητικές βλά-
βες κατά µήκος της πορείας του ΕΝΥ µπορεί να οδηγήσουν σε
αποφρακτικό υδροκέφαλο µε διάταση των κοιλιών πριν από το
σηµείο απόφραξης.
Η µερική ασυµµετρία των πλαγίων κοιλιών είναι φυσιολογική.
∆ιαταραχή της µορφολογίας των κοιλιών µπορεί να προκύψει από
διάφορες συγγενείς ανωµαλίες (π.χ., ολοπροσεγκεφαλία, διαφραγ-
µατοοπτική δυσπλασία, ετερόπλευρη ηµιµεγαλεγκεφαλία, ετεροτο-
πία φαιάς ουσίας, και δυσπλασία Dandy-Walker), καθώς και από
παραµόρφωση από ενδοπαρεγχυµατικές ή εξωπαρεγχυµατικές
χωροκατακτητικές αλλοιώσεις.
Τα µεγέθη των αυλάκων ποικίλλουν ανάλογα µε διάφορους
παράγοντες, όπως ηλικία, συγγενείς δυσπλασίες, αγγειακές ανω-
µαλίες (π.χ. εγκεφαλικά έµφρακτα, σύνδροµο Sturge-Weber, αρτη-
ροφλεβώδεις δυσπλασίες), ενδοπαρεγχυµατικές ή εξωπαρεγχυµα-
τικές χωροκατακτητικές αλλοιώσεις, υδροκέφαλο, και φλεγµονώδεις
νόσους. Οι αύλακες πρέπει να έχουν πυκνότητα ΕΝΥ εντός αυτών.
Η παρουσία πρόσληψης εντός των αυλάκων και των βασικών
δεξαµενών συνήθως συνδέεται µε παθολογικές καταστάσεις, όπως
φλεγµονώδεις ή νεοπλασµατικές νόσους. Η οξεία υπαραχνοειδής
αιµορραγία απεικονίζεται συνήθως ως άµορφες περιοχές υψηλής
πυκνότητας εντός των αυλάκων και των δεξαµενών παρακείµενα
της θέσης αιµορραγίας.
Η
ΑΤ αγγειογραφία
(CTA) είναι σηµαντική απεικονιστική µέθοδος
για την αξιολόγηση των φυσιολογικών και παθολογικών αιµοφό-
ρων αγγείων. Η CTA έχει αποδειχθεί ότι είναι κλινικά χρήσιµη στην
αξιολόγηση ενδοκρανιακών αρτηριών, φλεβών, και φλεβικών κόλ-
πων της σκληράς µήνιγγας. Παθολογικές διεργασίες που αφορούν
ενδοκρανιακά αιµοφόρα αγγεία, όπως ανευρύσµατα, αρτηροφλε-
βώδεις δυσπλασίες, αρτηριακές αποφράξεις, και φλεβική θρόµβω-
ση κόλπων της σκληράς µήνιγγας, αναδεικνύονται µε CTA.
Η
ΑΤ αιµάτωσης
(CT perfusion) είναι µια σχετικά νέα τεχνική που
χρησιµοποιεί δυναµική ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικού για τη
µέτρηση της εγκεφαλικής αιµατικής ροής (CBF), του όγκου αίµατος
εγκεφάλου (CBV), και του µέσου χρόνου διέλευσης (MTT) του
σκιαγραφικού σε επιλεγµένα σηµεία ενδιαφέροντος στον εγκέφαλο.
Η ΑΤ αιµάτωσης έχει σηµαντική κλινική χρησιµότητα για την αξιο-
λόγηση εγκεφαλικών εµφράκτων και παρακείµενων περιοχών
µειωµένης αιµάτωσης (περιοχών πολυτελούς αιµάτωσης και ολι-
γαιµικών περιοχών) µε κίνδυνο για εξέλιξη σε έµφρακτο. Η διατή-
ρηση της εγκεφαλικής αιµατικής ροής έχει ζωτική σηµασία για τη
νευρωνική λειτουργία. Μετά την αρτηριακή απόφραξη, η απώλεια
της φυσιολογικής νευρωνικής ηλεκτρικής δραστηριότητας παρου-
σιάζεται εντός δευτερολέπτων. Η κυτταρική νέκρωση εξαρτάται από
τη διάρκεια και το µέγεθος της ισχαιµίας, τη µεταβολική ευπάθεια
συγκεκριµένων ανατοµικών θέσεων, και την περιεκτικότητα του
αίµατος σε οξυγόνο. Φυσιολογικά, η εγκεφαλική αιµατική ροή κυ-
µαίνεται από 50-60 ml/100 g/λεπτό. Όταν η εγκεφαλική αιµατική
ροή µειωθεί σε 15 έως 20 ml/100 g/λεπτό για αρκετές ώρες (ήπια
έως µέτρια υποξία), η αυτόµατη και η προκλητή νευρωνική ηλεκτρι-
κή δραστηριότητα µειώνονται σηµαντικά εξαιτίας της ισχαιµίας, αν
και αυτό µπορεί να αντιστραφεί µε την επαναιµάτωση µε εγκεφαλι-
κή αιµατική ροή άνω των 50 ml/100 g/λεπτό. Σε σοβαρή υποξί-
α/ανοξία που προκύπτει λόγω εγκεφαλικής αιµατικής ροής µικρότε-
ρης των 10 ml/100 g/λεπτό, η εκπόλωση της κυτταρικής µεµβράνης
και η ισχαιµία καταλήγουν σε έµφρακτο του εγκεφάλου που µπορεί
να παρουσιαστεί σε αρκετά λεπτά.
Όταν παρουσιάζονται θροµβωτικές ή εµβολικές αρτηριακές
αποφράξεις, η αιµατική ροή στον εµπλεκόµενο εγκεφαλικό ιστό
είναι συνήθως ετερογενής, µε έναν κεντρικό πυρήνα που παρου-
σιάζει τη µεγαλύτερη µείωση της αιµατικής ροής µε αποτέλεσµα µη
αναστρέψιµη βλάβη των κυττάρων και έµφρακτο και µια περιβάλ-
λουσα περιοχή (υποαρδευόµενη διασώσιµη περιοχή) που έχει
µέτρια µείωση της αιµατικής ροής, µε αποτέλεσµα ισχαιµία η οποία
µπορεί να είναι αναστρέψιµη µε την επαναιµάτωση. Η υποαρδευό-
µενη περιοχή παρουσιάζει συνήθως απώλεια της νευρωνικής ηλε-
κτρικής δραστηριότητας χωρίς άµεση ανοξική αποπόλωση, καθώς
και απώλεια της αυτορρύθµισης. Αν δεν συµβεί επαναιµάτωση, η
υποαρδευόµενη περιοχή θα εξελιχθεί σε έµφρακτο. Μια ολιγαιµική
περιοχή µε ήπια µείωση της αιµατικής ροής µπορεί επίσης να πα-
ρουσιαστεί γύρω από την υποαρδευόµενη περιοχή, η οποία είναι
λιγότερο τρωτή σε έµφρακτο συγκριτικά µε την υποαρδευόµενη
περιοχή. Η θροµβολυτική αγωγή είναι χρήσιµη και ωφέλιµη όταν
οδηγεί σε έγκαιρη επαναιµάτωση στις ολιγαιµικές και υποαρδευό-
µενες περιοχές. Ο υπολογισµός των διαστάσεων των ολιγαιµικών
και των υποαρδευόµενων περιοχών µπορεί να γίνει σε οξεία φάση
µε δυναµική ΑΤ µε σκιαγραφικό. Η ΑΤ αιµάτωσης µε ταχεία χορή-
γηση ιωδιούχου σκιαγραφικού χρησιµοποιεί τη γραµµική σχέση
µεταξύ συγκέντρωσης σκιαγραφικού και πυκνότητας, µε απευθείας
υπολογισµό και ποσοτικοποίηση CBF, CBV, και ΜΤΤ στις θέσεις
εγκεφαλικής ισχαιµίας και εµφράκτου πριν από τη θροµβολυτική
θεραπεία
(Εικ. 1.1).