Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου

16 Μαρία Πλυτά: Η πρώτη σκηνοθέτρια του ελληνικού κινηματογράφου κής θέσης της γυναίκας» (2006 [1980], 358), αλλά η συνολική αναφορά στην Πλυτά δεν ξεπερνά τη μία σελίδα στο σύντομο κεφάλαιο «Γυναίκες πίσω από την κάμερα» (357-364). Στις ιστορίες του ελληνικού κινηματογράφου από τους Νίνο Φενέκ Μικελίδη (1997), Στάθη Βαλούκο (1998) και Γιάννη Σολδάτο (1999), το όνομα και το έργο της Πλύτα απλώς περιλαμβάνονται σε λίστες ελληνικών κινηματογραφικών παραγωγών της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Ακόμη, όμως, και νεότερες εκδόσεις δεν διορθώνουν αυτές τις ιστορικές αβλεψίες. Στην πολύ χρήσιμη έκδοση του 2022, με τίτλο Ελληνική κριτική & ελληνικός κινηματογράφος: Προσεγγίσεις, πρόσωπα & ντοκουμέντα, Τόμος Α΄ 1925-1975 (2022), δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά σε κάποια από τις ταινίες της Πλυτά σε σύνολο 832 σελίδων. Στοχευμένη ανάλυση συγκεκριμένων ταινιών της Πλύτα συναντάται στο άρθρο της Αλίντας Δημητρίου «Η γυναίκα στον χώρο του κινηματογράφου» (1979) και στο κεφάλαιο της Ελίζας Άννας Δελβερούδη «Γυναίκες σκηνοθέτες και Ιστορία: Η περίπτωση του ελληνικού κινηματογράφου» (2009). Τα δημοσιευμένα κείμενα με θέμα την Πλυτά περιλαμβάνουν το άρθρο του Karalis «From the Archives of Oblivion: the First Female Greek Director Maria Plyta (1915-2006)» (2013), το άρθρο του Αχιλλέα Ντελλή «Αρχαιολογία του βλέμματος. Οι ταινίες της Μαρίας Πλυτά» (2020), στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ, το κεφάλαιο των Κακλαμανίδου και Ζιγνέλη «Μαρία Πλυτά: Η “Άγνωστη” Σκηνοθέτρια του Ελληνικού Κινηματογράφου και του Ευρωπαϊκού Μοντερνισμού» (2022) και το κεφάλαιο «Ένα σενάριο σε δύο αντίγραφα: Για την Εύα του Ανδρέα Λαμπρινού και της Μαρίας Πλυτά» (2022) της Δελβερούδη. Τα τελευταία αυτά κείμενα αντανακλούν τη διεθνή τάση για επαναξιολόγηση γυναικών σκηνοθετριών και αποτελούν μια βάση για μια συστηματικότερη μελέτη της Πλυτά και ένα πρώτο βήμα για τη διόρθωση μιας σημαντικής «παράλειψης» στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Η φιλμογραφία της Πλυτά είναι πολύτιμη, όχι μόνο λόγω του μεγέθους της, αλλά γιατί αποτελεί ένα γόνιμο έδαφος για συζήτηση σχετικά με ζητήματα φύλου, τη γυναικεία ματιά, την ενδυνάμωση των γυναικών, την έμφυλη βία, την αναπαράσταση της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, τα όρια και τους περιορισμούς μέσα σε μια αυστηρή πατριαρχική δομή, την προσαρμογή λογοτεχνικών έργων, τις μοντερνιστικές κινηματογραφικές τεχνικές και αφηγηματικές στρατηγικές και την ανατροπή των ειδολογικών συμβάσεων. Στη φιλμογραφία της απαντώνται, επίσης, πολλές «πρωτιές» στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου· μεταξύ άλλων, μια από τις πρώτες και σπάνιες βιογραφίες που επικεντρώνονται σε γυναίκες παγκοσμίως (Η Δούκισσα της Πλακεντίας, 1956)· μία από τις πρώτες περιπτώσεις παρενδυσίας στον ελληνικό κινηματογράφο (Άντρας είμαι και το κέφι μου θα κάνω, 1960)· ένα παράδειγμα του πρώιμου ευρωπαϊκού μοντερνισμού (Εύα, 1953). Καθεμία από τις δεκαεπτά ταινίες της αξίζει προσεκτική κειμενική και συγκειμενική ανάλυση για να αποκαλυφθεί η μοναδικότητα της Πλυτά, ο αγώνας της για μια ισότιμη και δίκαιη κοινωνία και η ικανότητα των αφηγήσεών της να προβλέπουν μελλοντικές

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==