Η πρακτική της λαογραφίας

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΤΙΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΠΟΥ∆ΕΣ 33 ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ «ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ» Προτού παρουσιάσω τη θέση µου, θα ήθελα να εξετάσω πιθανές ενστάσεις σε αυτή την ευρεία διανοητική σύγκριση του ευρωπαϊκού και του αµερικανικού έργου µε σκοπό να προτείνω µελλοντικές κατευθύνσεις στις παγκόσµιες λαογραφικές µελέτες. Οι αναγνώ- στες µπορεί να διαφωνήσουν, υποστηρίζοντας ότι οι διάφορες ευρωπαϊκές τοπικές και εθνικές ιστορίες λαογραφικών µελετών είναι πολύ διαφορετικές για να ενταχθούν κάτω από τον γενικό όρο «προσανατολισµός στην πρακτική» ή ότι η προσοχή στην πολιτισµική πρακτική, εφόσον αποτελεί λέξη-κλειδί, είναι περισσότερο µέθοδος παρά θεωρία. Από την άλλη πλευρά, οι Αµερικανοί λαογράφοι µπορεί να υποστηρίξουν ότι η θεωρία της επιτέ- λεσης δεν είναι ενιαία και έχει ακολουθήσει διαφορετικές πορείες από τότε που εµφανί- στηκε στη δεκαετία του 1960. Στην προσπάθεια να υπάρχει µια ευρωπαϊκή λέξη-κλειδί για τις λαογραφικές προσεγγί- σεις, ο τίτλος «Ευρώπη» έχει χρησιµοποιηθεί ως γεωγραφική επικεφαλίδα προκειµένου να οµαδοποιήσει διάφορες εθνικές κληρονοµιές σε ιστοριογραφικές έρευνες (Clements 2006, Cocchiara 1971, Dorson 1973). Επίσης, υπάρχει µια ιστορική έννοια κατά την οποία η λαο- γραφική συλλογή που ξεκίνησε στην Ευρώπη έχει συνδεθεί µέσω µιας σχέσης, σύµφωνα µε τον χρονικογράφο Giuseppe Cocchiara, µε ένα «ολόκληρο κίνηµα σπουδών που οδήγησαν την Ευρώπη να ανακαλύψει τον εαυτό της» (Cocchiara 1971, 8). Αυτό το διανοητικό κίνη- µα, που τοποθετείται ιδιαίτερα στα τέλη του 18ου έως τα µέσα του 19ου αιώνα, συνδέεται µε τον Ευρωπαϊκό ∆ιαφωτισµό και το εγχείρηµα συγκριτικής λαογραφίας των Jacob και Wilhelm Grimm, William John Thoms, Alexander Afanasyev, Oskar Kolberg, Julius και Kaarle Krohn και Giambattista Vico, µεταξύ άλλων, που προέκυψε από µια εποχή διαπραγ- µάτευσης µεταξύ της προοδευτικής ορθολογικότητας της επιστήµης και της φυσικής γοη- τείας της άυλης κληρονοµιάς των απλών πολιτών (της λαϊκής βάσης) (Bronner 2006b). Πα- ρότι αυτοί οι πρώτοι µελετητές εξέφρασαν έναν κρυφό εθνικιστικό σκοπό µε τις συλλογές τους, έχει αναγνωριστεί ότι συνέβαλαν φιλοσοφικά σε µια επιστήµη της λαογραφίας που βασίζεται σε συγκρίσεις του υλικού που συνέλεξαν από διάφορα µέρη της Ευρώπης όπου εργάστηκαν, υποδηλώνοντας διάδοση σε έναν ηπειρωτικό ευρωπαϊκό πολιτισµό (Cocchiara 1971, 8–9). Τον 20ό αιώνα ο Sigurd Erixon υποστήριξε την ευρωπαϊκή εθνολογία προκειµένου να ενισχυθεί το συγκριτικό εγχείρηµα αφήγησης και τραγουδιού και η εξέταση των κοι- νωνικών και υλικών πρακτικών που διαδίδονταν σε όλη την Ευρώπη. Το 1967 ίδρυσε το περιοδικό Ethnologia Europaea για να γκρεµίσει τους «φραγµούς µεταξύ των διαφορετι- κών εθνικών σχολών στην ήπειρο» (Bendix and Löfgren 2008, 5). Αυτή η προσπάθεια ενοποίησης ήταν µια δύσκολη πρόκληση, ειδικά µε τις διαιρέσεις που είχαν δηµιουργηθεί από εθνικές ονοµασίες, όπως η φινλανδική σχολή (ιστορική-γεωγραφική µεθοδολογία), η γερµανική σχολή των κύκλων του πολιτισµού ( kulturkreislehre ) και η αγγλική «σπουδαία οµάδα λαογράφων» (γνωστή για τις εξελικτικές προσεγγίσεις) (Bronner 1984, Dorson 1968, Hautala 1969). Το ενδιαφέρον για τις διεθνικές παραδόσεις και τη συνένωση των ευρωπαϊκών σχολών σκέψης έγινε εµφανές στην προσπάθεια δηµιουργίας ενός άτλαντα

RkJQdWJsaXNoZXIy MTk1OTAxMA==