Page 11 - 41241-ZopXrim

Basic HTML Version

2
Το θεωρητικό πλαίσιο της δημόσιας λογιστικής ___________________________________________
47
χρι τότε, η λογιστική της ΤΑ είχε αναπτυχθεί κύρια σε πρακτικά ζητήματα μέσα από δεκαε-
τίες προσωπικών συνεισφορών και εγχειριδίων, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βασίζονταν
στο General Accounting Office.
Εξαιτίας της ύπαρξης διαφορετικών σωμάτων για την καθιέρωση λογιστικών προτύπων,
τα θεωρητικά πλαίσια ήταν ξεχωριστά, τόσο ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα,
όσο και ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και την ΤΑ. Το 1990 δημιουργήθηκε το
FASAB όχι ως σώμα καθιέρωσης προτύπων, αλλά ως συμβουλευτικό σώμα εθνικής εμβέ-
λειας. Με τις γνωματεύσεις του, σε θέματα δημόσιων οικονομικών και λογιστικής, συνεισέ-
φερε στη δημιουργία θεωρητικού πλαισίου για τη δημόσια λογιστική και βοήθησε στην κα-
τανόηση των διαφορών και των ομοιοτήτων με την επιχειρηματική λογιστική και στη σύ-
γκλιση ανάμεσα στα λογιστικά συστήματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και της ΤΑ.
Στον Καναδά, το 1980, δημοσιεύθηκε η μελέτη “Financial Reporting by Governments”,
η οποία εκπονήθηκε κατ΄ εντολήν του CICA και αφορούσε στην οργάνωση και τον έλεγχο
της λογιστικής και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης στη δημόσια διοίκηση. Η μελέτη
ασχολήθηκε με τους χρήστες των χρηματοοικονομικών πληροφοριών και τις ανάγκες τους,
σχηματίζοντας το θεωρητικό πλαίσιο για τη Καναδική δημόσια λογιστική. Το 1981 δημιουρ-
γήθηκε το CICA – PASSC για τη μελέτη των θεωρητικών και πρακτικών ζητημάτων που
αφορούσαν τη δημόσια λογιστική και τον έλεγχο
6
. Ο Καναδάς ακολούθησε, όπως και οι
ΗΠΑ, διαφορετικά πλαίσια για την επιχειρηματική και τη δημόσια λογιστική. Mε μια κοινή
μελέτη του Καναδού Auditor General και του Αμερικανού Comptroller General, την
“Federal Government Reporting Study”, που δημοσιεύθηκε το 1986, έγινε προσπάθεια να
αμβλυνθούν τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την επιχειρηματική λογιστική.
Στη Βρετανία, από το 1901 έως το 1973, η λογιστική πρακτική στο δημόσιο τομέα καθο-
ριζόταν από το Institute of Municipal Treasures and Accountants, το οποίο από το 1974 με-
τασχηματίστηκε στο Chartered Institute of Public Finance and Accountancy (CIPFA), το
οποίο δημοσίευσε το 1975 το “Local Authority Accounting 1: Accounting Principles” και το
“Local Authority Accounting 2: Finance Management”, τα οποία όμως δεν αποτέλεσαν θεω-
ρητικό πλαίσιο. Η υποεπιτροπή της Accounting Standards Committee (ASC) για τη λογιστι-
κή του δημόσιου τομέα εξέδωσε το 1982 την αναφορά “The Fowler Report”, χωρίς και πάλι
να συγκροτηθεί ένα θεωρητικό πλαίσιο για το δημόσιο τομέα, όπως έγινε στις ΗΠΑ και αλ-
λού (Rutherford, 1992). Προχώρησαν όμως τα λογιστικά πρότυπα κύρια στη λογιστική της
ΤΑ, με προσπάθειες να καθιερωθούν τα πρότυπα επιχειρηματικής λογιστικής (SSAP) στο
δημόσιο τομέα. Επειδή τα λογιστικά πρότυπα του δημόσιου τομέα ήταν ουσιαστικά επαγ-
γελματικά πρότυπα, εμφανίστηκαν προβλήματα εφαρμογής τους, αφού δεν υπήρχε η νομική
ισχύς για τη συμμόρφωση με αυτά τα πρότυπα. Από το 1987, η ASC ξεκίνησε να δημοσιεύει
τα Statements of Recommended Practices για την εφαρμογή των SSAP στην ΤΑ. Το 1999, η
6
Το 1983 εξέδωσε το Statement No1 “Disclosure of Accounting Policies”, που έθεσε τις λογιστικές αρχές του
δημόσιου τομέα και ακολούθησε το 1984 το Statement No 2 “Objectives of Governmental Financial
Statements”, που όριζε τους σκοπούς των κυβερνητικών χρηματοοικονομικών καταστάσεων.